Η σκολίωση και γενικότερα οι παραμορφώσεις της σπονδυλικής στήλης είναι γνωστές στον άνθρωπο από τότε που η όρθια στάση έγινε χαρακτηριστικό γνώρισμά του. Πρώτος ο Ιπποκράτης είναι αυτός, που χρησιμοποίησε τους όρους “κύφωσις“,  “λόρδωσις“ και  “σκολίωσις“ για να περιγράψει τις παθολογικές καμπύλες της σπονδυλικής στήλης.

Ειδικότερα, οι λέξεις “σκολίωσις“ και  “σκολιαίνεσθαι“, από το σκόλιος, δηλαδή στεβλός, χρησιμοποιήθηκαν για να αποδώσουν την έννοια της “διαστροφής“  των σπονδύλων.

Τι είναι η Σκολίωση;

Σκολίωση είναι η τρισδιάστατη παραμόρφωση της σπονδυλικής στήλης

Σκολίωση ονομάζουμε κάθε κλίση της σπονδυλικής στήλης προς τα πλάγια,άνω των 10° Cobb, ενώ αλλαγές συμβαίνουν τόσο στο εγκάρσιο επίπεδο, όσο και στο οβελιαίο.

Φυσιολογική κλίση στο πλάι δεν υπάρχει στην σπονδυλική στήλη.

Η πιο συχνή εμφάνισή της, είναι κατά την εφηβική ηλικία ενός ατόμου, (80% των περιπτώσεων εντοπίζονται σε εφήβους, 1 στα 33 παιδιά), αλλά μπορεί να συμβεί και νωρίτερα, ακόμα και στην νηπιακή ηλικία.

Στην ενήλικη ζωή η σοβαρή εκφύλιση της σπονδυλικής στήλης μπορεί να οδηγήσει στη σκολίωση των ενηλίκων.

Μορφές της σκολίωσης

Ιδιοπαθής σκολίωση

Το 85-90% είναι η ονομαζόμενη  “αγνώστου αιτιολογίας” Ιδιοπαθής σκολίωση, από την οποία πάσχουν τα περισσότερα παιδιά.

Η συχνότερη όλων και η πλέον επικίνδυνη, αφού ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ το αίτιό της για να την πολεμήσουμε. Μέχρι στιγμής τα αποτελέσματα είναι πολύ φτωχά, παρά τις συνεχείς έρευνες που γίνονται.

Οι λόγοι που προκαλούν την ιδιοπαθή σκολίωση ποικίλουν (γενετικοί, αναπτυξιακοί κ.α), αλλά στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, τα αίτια που την προκαλούν είναι άγνωστα.

Παρουσιάζεται χωρίς σαφή αίτια και προοδεύει κατά την σκελετική ανάπτυξη του παιδιού, καθώς και στην ενήλικη ζωή, αν δεν αντιμετωπισθεί επαρκώς.

Διακρίνεται ανάλογα με την ηλικία εμφάνισής της, σε τέσσερις κατηγορίες, που είναι πολύ σημαντικές για την πρόγνωση και την θεραπεία της. Παρόλο που αντιπροσωπεύουν μια συνέχεια της ίδιας κατάστασης, διαφέρει η φυσική τους εξέλιξη και γι αυτό το λόγο κάθε κατηγορία εξετάζεται χωριστά.

Η βρεφική ιδιοπαθής σκολίωση, (έως 3 ετών), είναι το 10% των ιδιοπαθών περιπτώσεων και εμφανίζεται σε ίδια αναλογία σε αγόρια και κορίτσια.

Η παιδική ιδιοπαθής σκολίωση, (3-10ετών), είναι το 20% των ιδιοπαθών περιπτώσεων, απαιτείται άμεση επέμβαση στις περισσότερες περιπτώσεις, κυρίως με την χρήση κηδεμόνων, ή την πραγματοποίηση διορθωτικών επεμβάσεων όταν αυτές απαιτούνται. Παρουσιάζεται συχνότερα στα κορίτσια και τα 2/3 των κυρτωμάτων είναι δεξιά θωρακικά.

Η εφηβική ιδιοπαθής σκολίωση, (άνω των 10 ετών), η πιο συχνή από όλες και αφορά στο 80% των περιπτώσεων. Η διάγνωση γίνεται συχνά στα πλαίσια του σχολικού ελέγχου, (μπορεί να γίνει αδρά και από τους γονείς) με την δοκιμασία της πρόσθιας κάμψης του κορμού και το σκύψιμο του παιδιού με τα χέρια προς το έδαφος (όπου γίνεται εμφανής η παραμόρφωαη της σπονδυλικής στήλης,  βλέποντας από πίσω), με την ασυμμετρία της λεκάνης ή των ώμων και με την ανισοσκελία (το διαφορετικό μήκος των κάτω άκρων) – Adam’s Test.

Οι κύριοι τύποι της εφηβικής ιδιοπαθούς σκολίωσης ανάλογα με την περιοχή του σώματος στην οποία υφίσταται, είναι:

  • Η Θωρακική
  • Η Οσφυική
  • Η Θωρακοοσφυική και
  • Η διπλή (συνήθως δεξιά θωρακική και αριστερά οσφυική)

Ενηλίκων

Η ιδιοπαθής εφηβική σκολίωση, ακολουθεί κάποιον και στην ενήλική του ζωή. Επιδεινώνεται με  ρυθμό αργό και σταθερό. Έρευνες δείχνουν αύξηση της γωνίας της σκολίωσης 0.5-1 μοίρα τον χρόνο.

Σκολίωση (Εκφυλιστική) σε ενήλικα άτομα μπορεί να εμφανιστεί και  σαν μια νέα κατάσταση, που προκύπτει από εκφυλιστικές αλλοιώσεις στην σπονδυλική στήλη, είτε λόγω οστεοπόρωσης, ή ακόμα και μετεγχειρητικά.

Η πρόγνωση

Η πρόγνωση και η πιθανή χειροτέρευση της σκολίωσης, εξαρτάται από το φύλλο, ορμονικούς παράγοντες, τον βαθμό  “σκελετικής ωριμότητας“ , δηλαδή πόσο υπολείπεται στο σκελετό του παιδιού να μεγαλώσει επιπλέον και άλλους παράγοντες. Πολύ γενικά, σκολίωση που εμφανίζεται σε παιδιά με μεγάλο υπολειπόμενο ανάπτυξης και σκολιώσεις με μεγάλες γωνίες, είναι πολύ πιθανό να χειροτερεύσουν και απαιτούν κάποιου είδους θεραπεία.

Σε μικρά κυρτώματα (μικρότερα των 20 μοιρών) ή και μεγαλύτερα, όπου όμως έχει ολοκληρωθεί η ανάπτυξη, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν θα χειροτερεύσουν, απαραίτητος είναι ο επανέλεγχος της σπονδυλικής στήλης ανά τακτά χρονικά διαστήματα.

Η σκολίωση μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία (βρεφική, νηπιακή, παιδική, εφηβική). Ακόμα και στην ενήλικη ζωή έχουμε ιδιοπαθή σκολίωση (από παραμελημένες εφηβικές σκολιώσεις).

11% όσων εμφανίζουν ιδιοπαθή σκολίωση, έχουν κάποιο οικογενειακό ιστορικό σκολίωσης. Η συχνότητα εμφάνισης σκολίωσης είναι 3%.

Εκτός από την παραμόρφωση  της ράχης, η σκολίωση συνήθως δεν έχει άλλα συμπτώματα, με αποτέλεσμα, πολλές φορές να υπάρχει καθυστέρηση στην διάγνωσή της. Ιατρικά,  μπορεί να διαπιστωθεί με κλινικό έλεγχο και στην συνέχεια επιβεβαιώνεται με ακτινολογικές εξετάσεις. Επιπλέον, υπάρχουν μέθοδοι διάγνωσης τελευταίας τεχνολογίας, που δύναται να συμπληρώσουν την κλινική εξέταση, χωρίς να υποβάλλεται το άτομο σε ακτινοβολία χωρίς λόγο και σε συνεκτίμηση με την κλινική αξιολόγηση να οδηγηθούν σε ακτινογραφία τα περιστατικά που έχουν πραγματικά ανάγκη.

Λειτουργική ή μη επιδεινούμενη

Θεωρείται η σκολίωση, που η δομή της σπονδυλικής στήλης παραμένει φυσιολογική, δεν παρατηρείται στροφή και συνήθως δεν επιδεινώνεται. ‘Εχει πλήρη αποκατάσταση, όταν η αιτία που την προκαλεί, εκλείπει και εφόσον δεν έχουν δημιουργηθεί μόνιμες αλλοιώσεις.

Τέτοιες σκολιώσεις είναι:

Η ανταλγική, (συνέπεια σε άτομα με κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου), όπου προκειμένου να αποφύγουν τον πόνο και το μούδιασμα που παρουσιάζεται, προκαλούν ακούσια κλίση της σπονδυλικής στήλης στο πλάι, κατά την όρθια θέση.  Σε επίκυψη δεν προκύπτει ήβος.

Η αντισταθμιστική σκολίωση, η οποία παρουσιάζεται συνήθως σε άτομα με ανισοσκελία.

Η υστερική,  που είναι πολύ σπάνια.

Οργανική, πρωτοπαθής ή επιδεινούμενη

Χαρακτηρίζεται από το σταθερό κύρτωμα που δημιουργείται από την στροφική παραμόρφωση των σπονδύλων λόγω διαταραχής της αρχιτεκτονικής των σπονδύλων και είναι επιδεινούμενη. Aπαντάται στους ενήλικες, αλλά κυρίως στα παιδιά.

Διαχωρίζεται ανάλογα με την αιτιολογία της  σε:

Συγγενή, (όπου τα παιδιά γεννιούνται με παραμορφώσεις στους σπονδύλους)

Παρουσιάζει ανωμαλίες στον σχηματισμό των σπονδύλων, συνήθως κατά την κύηση στην 4η-6η εβδομάδα. Εντοπίζονται σπόνδυλοι ατελείς, διαχωρισμένοι, με σχήμα σφήνας, υπεράριθμοι ή ακόμα και σπόνδυλοι να λείπουν.

Ανάλογα με το πόσοι σπόνδυλοι παρουσιάζουν ανωμαλίες, καθώς και την δυναμική στην ανάπτυξή τους, καθορίζεται πόσο σοβαρή είναι.

Σοβαρές ανωμαλίες εντοπίζονται συνήθως κατά τη γέννηση, ή σε πολύ μικρή βρεφική ηλικία. Σε άλλες περιπτώσεις, πιο ήπιων μορφών, εντοπίζονται σε ακτινολογικό έλεγχο σε πολύ μικρή ηλικία. Ωφείλεται κυρίως σε γονιδιακές ή χρωμοσωμικές ανωμαλίες.

Νευρομυική, (που οφείλεται σε νευρομυικές παθήσεις)

Νευρολογική διαταραχή, που προκαλεί σκολίωση. Παθήσεις όπως Parkinson, σκλήρυνση κατά πλάκας, μυοπάθειες κ.α., εκτός από τις πρακτικές δυσκολίες π.χ. βάδισης, προκαλούν και παραμορφώσεις της σπονδυλικής στήλης, ως παράλληλο σύμπτωμα πάθησης του νευρικού, ή μυικού συστήματος.

Υπάρχει πιθανότητα σοβαρής παραμόρφωσης της σπονδυλικής στήλης, καθώς και επιδείνωσης και μετά την ενηλικίωση.  Σε πολλές περιπτώσεις εμφανίζεται πόνος.

Σκολίωση της νευρινωμάτωσης

Δεν έχει διευκρινισθεί ο μηχανισμός δημιουργίας της σκολίωσης στην πάθηση αυτή. Περίπου στο 1/3  των περιπτώσεων αναπτύσσεται σκολίωση, η οποία είναι συνήθως θωρακική.

Εκφυλιστική

Γνωστή επίσης και ως σκολίωση ενηλίκων, εμφανίζεται συνήθως σε άτομα άνω των 55-60 ετών.

Μπορεί να αφορά συγγενή, νευρομυική ή ιδιοπαθή σκολίωση  που επιδεινώνεται από τις αλλοιώσεις και καταπονήσεις των δίσκων, είτε από εκφυλίσεις των αρθρώσεων, στένωση μεσοσπονδυλίου δίσκου, οστεοαρθριτικών βλαβών από αλλαγές που συμβαίνουν στους ιστούς με την πάροδο των χρόνων, ή ακόμα και από νευρομυικά προβλήματα στην διάρκεια της ενήλικης ζωής.

Συχνά παρουσιάζεται πόνος σε μερικούς ασθενείς, αλλά όχι σε όλους και είναι παρόμοιος με τον πόνο της οστεοαρθρίτιδας, που προκαλείται από την ίδια διαδικασία αλλοίωσης των αρθρώσεων. Μπορεί να παρουσιαστεί δυσκαμψία και πόνος στο μέσο έως και το χαμηλότερο μέρος της πλάτης και/ή πόνος, μούδιασμα και αδυναμία στις κνήμες και τα κάτω άκρα.

Σε αντίθεση με την εφηβική ιδιοπαθή σκολίωση, η εκφυλιστική σκολίωση έχει μια γνωστή αιτία: την αλλοίωση των αρθρώσεων λόγω γήρανσης. Επομένως η θεραπεία δεν επικεντρώνεται στην επιβράδυνση της καμπυλότητασς, αλλά στην ανακούφιση του πόνου.

Όλες οι παραπάνω μορφές και είδη σκολίωσης είναι εκείνες με γνωστά αίτια και αποτελούν μόνο το 10-15% των σκολιώσεων.

Πώς αντιμετωπίζεται η Σκολίωση;

Η  αντιμετώπιση της σκολίωσης εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, (τύπος, ρυθμός επιδείνωσης κτλ), αλλά κυρίως από τον βαθμό παραμόρφωσης της σπονδυλικής στήλης, η οποία μετρείται σε μοίρες (γωνία Cobb).

Όταν η σκολίωση είναι μικρή, συνήθως δεν προκαλεί πόνο, ούτε περιορισμό των κινήσεων και μπορεί να αντιμετωπιστεί συντηρητικά, με ειδικές ασκήσεις.

Μέτριες σκολιώσεις αντιμετωπίζονται με εφαρμογή ορθοπαιδικού κηδεμόνα, ή και ειδικές ασκήσεις, προκειμένου να υπάρξει αναχαίτιση της επιδείνωσης, αλλά και διόρθωση του προβλήματος,  στις περιπτώσεις που αυτό είναι εφικτό.

Σε αυτό το στάδιο, απαραίτητη είναι η συνεργασία του γιατρού με τον ειδικό επαγγελματία ορθοτιστή, (αυτός ο οποίος κατασκευάζει βοηθήματα όπως οι κηδεμόνες), σε ειδικά κέντρα όπου κατασκευάζονται κηδεμόνες, υπάρχει σχετική γνώση και εμπειρία, ώστε να βρεθεί ο καλύτερος τύπος κηδεμόνα που είναι κατάλληλος για κάθε περίπτωση, καθόσον αυτό εξαρτάται από αρκετούς παράγοντες (σημείο σπονδυλικής στήλης που εντοπίζεται το κύρτωμα, αριθμός κυρτωμάτων, εύκαμπρο κύρτωμα, θέση και στροφή σπονδύλων, άλλα τυχόν ιατρικά προβλήματα, οικογενειακό ιστορικό σκολίωσης κλπ) καθώς και με τον ειδικό φυσικοθεραπευτή, πιστοποιημένο για τις ειδικές ασκήσεις.

Ο κηδεμόνας είναι αποτελεσματικός, εφόσον χρησιμοποιείται όπως απαιτείται. Είναι σημαντικό να παρακολουθείται το παιδί από τους ειδικούς μέχρι την ολοκλήρωση της θεραπείας, για να αποφευχθούν επιπλοκές, όπως υποτροπή της σκολίωσης.

Αντίθετα, όταν το μέγεθος της σκολίωσης είναι μεγάλο, μπορεί να επηρεάσει, τόσο την αναπνευστική, όσο και την καρδιακή λειτουργία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η αντιμετώπισή της γίνεται χειρουργικά.